łuk

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Luk, luk, Luuk, luukk, Łuk.

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

łuk 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

łuk (pl) αρσενικό

  1. (μαθηματικά), (φυσική), (κοινά) το τόξο
  2. η αψίδα