ŝtono

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ŝtono (eo)

  1. η πέτρα, ο λίθος