Μετάβαση στο περιεχόμενο

Διόσκουροι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Διόσκουροι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Διόσκουροι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðiˈo.sku.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Διόσκουροι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Διόσκουροι αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. (στην Αρχαία Ελλάδα) οι δύο αδερφοί, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, προστάτες θεοί των ναυτικών

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Ονόματα Ελλήνων και Ξένων από την Ιστορία μας, Ευάγγελος Κυτίνος, Αθήνα, 2020, εκδ. Λεωνίδας Νταλαμάγκας, ISBN: 978-618-83497-5-9



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Διόσκουροι < πληθυντικός αριθμός του Διόσκουρος, από φράση «Διὸς κοῦροι» (γιοι του Δία)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Διόσκουροι αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]