Θεοξένιος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Θεοξένιος αρσενικό (ελληνιστική κοινή)
- προσωνυμία του θεού Απόλλωνα
- ένας από τους μήνες στο ημερολόγιο των Δελφών, όπου τελούνταν ομώνυμες εορτές, τα Θεοξένια
- προσωνυμία του θεού Ερμή
Πηγές
[επεξεργασία]- Θεοξένιος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.