Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λυσικλῆς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Λυσικλῆς οἱ Λυσικλεῖς
      γενική τοῦ Λυσικλέους
& Λυσικλέος
τῶν Λυσικλέων
      δοτική τῷ Λυσικλεῖ τοῖς
    αιτιατική τὸν Λυσικλέα
  & σπανίως > Λυσικλ
τοὺς Λυσικλεῖς
     κλητική ! Λυσίκλεις Λυσικλεῖς
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ 
γεν-δοτ τοῖν 
Μόνο συνηρημένο.
3η κλίση, ομάδα 'Περικλέης Περικλῆς', Κατηγορία 'Περικλῆς' όπως «Περικλῆς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Λυσικλῆς < λυσι- + -κλῆς (< κλέος)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Λυσικλῆς, -έος / -έους αρσενικό