Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πασικράτης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
3η κλίση ετερόκλιτο: κατά την 1η κλίση
ονομαστική Πασικράτης οἱ Πασικράται1
      γενική τοῦ Πασικράτους τῶν Πασικρατῶν
      δοτική τῷ Πασικράτει τοῖς Πασικράταις
    αιτιατική τὸν Πασικράτη
& Πασικράτην1
τοὺς Πασικράτᾱς
     κλητική ! Πασίκρατες Πασικράται
1Κατά την 1η κλίση. Αν σχηματιστεί πληθυντικός, όλες οι πτώσεις
κατά την 1η κλίση, όπως «στρατιώτης».
Δε μαρτυρείται δυικός αριθμός.
3η κλίση, Κατηγορία 'Σωκράτης' όπως «Σωκράτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Πασικράτης < πασι- + -κράτης

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Πασικράτης αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. (ελληνική μυθολογία) βασιλιάς του Κουρίου στην Κύπρο