Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σκάρφη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: σκάρφη

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Σκάρφη
      γενική τῆς Σκάρφης
      δοτική τῇ Σκάρφ
    αιτιατική τὴν Σκάρφην
     κλητική ! Σκάρφη
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σκάρφη < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σκάρφη θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]