Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σλάβων

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: σλάβων

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματος

[επεξεργασία]

Σλάβων

  1. (αρσενικό) γενική πληθυντικού του Σλάβος
  2. (θηλυκό) γενική πληθυντικού του Σλάβα