Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ταχυκλῆς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ταχυκλῆς οἱ Ταχυκλεῖς
      γενική τοῦ Ταχυκλέους τῶν Ταχυκλέων
      δοτική τῷ Ταχυκλεῖ τοῖς
    αιτιατική τὸν Ταχυκλέα
  & σπανίως > Ταχυκλ
τοὺς Ταχυκλεῖς
     κλητική ! Ταχύκλεις Ταχυκλεῖς
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ 
γεν-δοτ τοῖν 
Μόνο συνηρημένο.
3η κλίση, ομάδα 'Περικλέης Περικλῆς', Κατηγορία 'Περικλῆς' όπως «Περικλῆς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ταχυκλῆς < ταχυ- + -κλῆς

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ταχυκλῆς, -έους αρσενικό