άγνωρων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

άγνωρων

  1. άγνωρος, στη γενική του πληθυντικού
  2. άγνωρη, στη γενική του πληθυντικού
  3. άγνωρο, στη γενική του πληθυντικού