έτυχαν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈe.ti.xan/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : έ‐τυ‐χαν
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]έτυχαν
- α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής αορίστου του τυχαίνω
Μου έτυχαν εξάρες! (σε ζάρια)