Μετάβαση στο περιεχόμενο

έφαγα τρόχαλο και χαλινάρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
έφαγα τρόχαλο και χαλινάρι < έφαγα, αόριστος του τρώω, τρόχαλο και χαλινάρι Κυριολκετικά: έφαγα όλες τις πέτρες και χρησιμοποίησα τα χαλινάρια των υποζυγίων που με μετέφεραν μέχρις αχρηστίας

Έκφραση

[επεξεργασία]

έφαγα τρόχαλο και χαλινάρι

Συγγενικά

[επεξεργασία]