αέρισες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

αέρισες

  1. β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αερίζω