αερίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αερίζω < αρχαία ελληνική ἀερίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

αερίζω

  1. εκθέτω ένα χώρο ή κάποιο υλικό στον αέρα του περιβάλλοντος
    μια φορά το μήνα, όταν έχει καλό καιρό, αερίζω τις ντουλάπες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]