αέρισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αέρισμα τα αερίσματα
      γενική του αερίσματος των αερισμάτων
    αιτιατική το αέρισμα τα αερίσματα
     κλητική αέρισμα αερίσματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αέρισμα < αερίζω + -μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αέρισμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αερίζω


Μεταφράσεις[επεξεργασία]