ventilation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ventilation (en)

  1. o εξαερισμός
  2. η ανταλλαγή απόψεων σε μια συζήτηση
  3. η σωματική λειτουργία της αναπνοής (εισπνοή και εκπνοή)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ventilation (fr)

  1. αερισμός
  2. μοιρασιά