Μετάβαση στο περιεχόμενο

αα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: α.α., ΑΑ, Α/Α

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Συντομομορφή

[επεξεργασία]

α.α. συντομογραφία

  1. (μαθηματικά) ο αύξων αριθμός  δείτε και τις γραφές α/α και ΑΑ
  2. ο αριθμός αντιτύπου (συνήθως σε έργα τέχνης, βιβλία, έγγραφα κ.λπ.)
  3. αντ΄ αυτού (σε έγγραφα - σήματα όταν υπογράφεται έναντι άλλου)
  4. άνευ αγώνος (σε αθλητικές διοργανώσεις)
  5.  δείτε και το αρκτικόλεξο ΑΑ