αβγάτισα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

αβγάτισα

  1. α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αβγατίζω