βαντιλατέρ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βαντιλατέρ < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική ventilateur. Και με προφορά βαντιλατέρ. Συγκρίνετε με το εξαεριστήρας, ανεμιστήρας.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /van.ti.laˈteɾ/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βαν‐τι‐λα‐τέρ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βαντιλατέρ ουδέτερο άκλιτο
- (τεχνολογία) άλλη προφορά του βεντιλατέρ κατά τα γαλλικά
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τις λέξεις εξαεριστήρας και ανεμιστήρας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βαντιλατέρ
|
→ δείτε τις λέξεις εξαεριστήρας και ανεμιστήρας |
Πηγές
[επεξεργασία]- βεντιλατέρ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- βεντιλατέρ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Τεχνολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)