βότσου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvo.t͡ʃu/ με δασύ τσ

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

βότσου αρσενικό