Μετάβαση στο περιεχόμενο

γάρ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γάρ < συμφυρμός των γε + ἄρ᾿.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /gáɾ/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γάρ

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

γάρ

  1. γιατί, επειδή, διότι
  2. αφού

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Το «γάρ» δεν είναι ποτέ η πρώτη λέξη σε μια πρόταση. Συνήθως είναι η δεύτερη, αλλά μερικές φορές και η τρίτη ή η τέταρτη.

Απόγονοι

[επεξεργασία]

γάρ (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: γάρ
νέα ελληνικά: γάρ, γαρ