Μετάβαση στο περιεχόμενο

γέλος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: γέλως

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γέλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γέλως (αρσενικό)[1][2], με μεταπλασμό σε -ος. Παραβάλετε δάκτυλο < δάκτυλος για την αντίστροφη αλλαγή από αρσενικό γένος σε ουδέτερο.[3]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γέλος ουδέτερο

  1. το γέλιο
    Σπαν. A 254
    μὴ χρήσεις γέλος ἄτακτον καὶ στήσεις ψόγον μέγαν
  2. σαρκαστικό, περιγελαστικό γέλιο
    Αιτωλ., Μύθ. 1339

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σελ.242, Τόμος 4 -  Εμμανουήλ Κριαράς. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α- (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23- Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία.  Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
  2. γέλος -  Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
  3. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γέλος  δείτε γέλως.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γέλος αρσενικό

  • γέλος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
  • Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.