γελάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γελάω < γελ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γελῶ, συνηρημένος τύπος του γελάω[1] < πιθανόν να σχετίζεται με ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵélh₂-, *ǵlh₂-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʝeˈla.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γε‐λά‐ω

Ρήμα[επεξεργασία]

γελάω/γελώ, πρτ.: γελούσα/γέλαγα, αόρ.: γέλασα, παθ.φωνή: γελιέμαι, π.αόρ.: γελάστηκα, μτχ.π.π.: γελασμένος

  1. (μόνον στην ενεργητική φωνή) αντιδρώ με γέλιο, με χαρά
    1. (αμετάβατο) αντιδρώ σε κάτι αστείο ή παράλογο με το γέλιο
      είπαμε ανέκδοτα και γελάσαμε με την ψυχή μας
    2. (αμετάβατο) (μεταφορικά) αντιδρώ θετικά σε κάτι ευχάριστο
      γελούσαν και τα μάτια του όταν τη συναντούσε
    3. (+μαζί με κάποιον) περιγελώ
      Μ' αυτά τα ρούχα θα βγεις έξω; Θα γελάει όλος ο κόσμος μαζί σου.
  2. (ενεργητική και παθητική φωνή) εξαπατώ, κάνω λάθος
    1. (μεταβατικό) δίνω σε κάποιον μια ανακριβή πληροφορία
      -Πού είναι η οδός Αστυδάμαντος; -Θα σε γελάσω.
      Γελιέσαι αν νομίζεις ότι θα σε συγχωρήσω.
    2. ξεγελώ, εξαπατώ, κοροϊδεύω
      πήγε ν' αγοράσει ένα στερεοφωνικό αλλά τον γελάσανε και του πούλησαν μια μαϊμού

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γελάω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵelh₂-[1] ομόρριζο του γέλως, γαλήνη, γλαυκός, ἀγλαός

Ρήμα[επεξεργασία]

γελάω-γελῶ

  • ※  οὐ πάνυ γέ με νυνδὴ γελασείοντα ἐποίησας γελάσαι (:να΄ σαι καλά, με έκανες να γελάσω αν και δεν είχα όρεξη για γέλια) Πλάτωνας, Φαίδων, 107b (64b)
  • ※  δακρυόεν γελάσασα : γέλασε μέσα στα κλάματά της (Όμηρος, Ιλιάδα, 6.484. Η Ανδρομάχη με το μωρό στην αγκαλιά, όταν ο Εκτορας της είπε "θα γυρίσω και θα το μεγαλώσουμε μαζί και όλοι θα λένε για το παιδί μας ότι βγήκε καλύτερο από εμένα")
  • ※  ... πότνια Ἥρη, ὄχθησαν δ᾽ ἀνὰ δῶμα Διὸς θεοί: ἣ δ᾽ ἐγέλασσε χείλεσιν, οὐδὲ μέτωπον ἐπ᾽ ὀφρύσι κυανέῃσιν ἰάνθη (:βεβιασμένο χαμόγελο, γέλασε μόνο με τα χείλη, χωρίς να χαλαρώσει το μέτωπο πάνω από τα σκούρα της φρύδια, Όμηρος, Ιλιάδα 15 (Ραψωδία Ο), 100-105 @greek-language.gr)
  • ※  ὅταν ποτ᾽ ἀνθρώποισιντύχη γελᾷ (Φιλήμων ο κωμικός (Φιλήμ.) Philemo Comicus (Philem.110) 4ος/3ος αιώνας π.Κ.Ε.)
  • ※  ἀλλ᾽ ἐν κακοῖσι τοῖς ἐμοῖς γελᾶν θέλεις (: "γελάς με το κακό που με βρήκε", "κοροϊδεύεις, περιγελάς τον καημό μου" -ή ίσως με την έννοια του γελανόω- "διακωμωδείς τον καημό μου για να τον αλαφρώσεις") Αἰσχύλος, Χοηφόροι, 222 @greek-language.gr)

Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 

Πηγές[επεξεργασία]