γελαστά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γελαστά < γελαστός

Επίρρημα[επεξεργασία]

γελαστά

  1. με γέλιο ή με χαμόγελο, με καλή διάθεση


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

γελαστά