γελαστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γελαστής οι γελαστές
      γενική του γελαστή των γελαστών
    αιτιατική τον γελαστή τους γελαστές
     κλητική γελαστή γελαστές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γελαστής < αρχαία ελληνική γελαστής < γελάω / γελώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γελαστής αρσενικό (θηλυκό: γελάστρα & γελάστρια)

  1. αυτός που αστειεύεται, που χαριεντίζεται
  2. αυτός που περιγελάει κάποιον, που έχει σαρκαστική διάθεση και συμπεριφορά
  3. (σπάνιο) που εξαπατά κάποιον, ο απατεώνας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

γελαστής