γελωτοποιός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γελωτοποιός γελωτοποιοί
γενική γελωτοποιού γελωτοποιών
αιτιατική γελωτοποιό γελωτοποιούς
κλητική γελωτοποιέ γελωτοποιοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γελωτοποιός < αρχαία ελληνική < γέλως + ποιῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γελωτοποιός αρσενικό

  1. κωμικός που διασκέδαζε τη βασιλική αυλή
  2. ο κλόουν
  3. αυτός που κάνει τους άλλους να γελούν
    είναι ο γελωτοποιός της παρέας


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]