πλακατζής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλακατζής πλακατζήδες
γενική πλακατζή πλακατζήδων
αιτιατική πλακατζή πλακατζήδες
κλητική πλακατζή πλακατζήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλακατζής < πλάκα + -τζής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλακατζής αρσενικό

  1. άτομο που κάνει πλάκες
  2. (σπάνιο) ο πλακάς

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]