πλακατζής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πλακατζής οι πλακατζήδες
      γενική του πλακατζή των πλακατζήδων
    αιτιατική τον πλακατζή τους πλακατζήδες
     κλητική πλακατζή πλακατζήδες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλακατζής < πλάκα + -τζής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλακατζής αρσενικό

  1. άτομο που κάνει πλάκες
  2. (σπάνιο) ο πλακάς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]