laugh

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

laugh < αρχαίο αγγλικό hlæhhan ή hlihhan

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lɑːf/
Audio (US) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

laugh (en)

 συνώνυμα: laughter

Ρήμα[επεξεργασία]

laugh (en), αόρ. και παθ.μτχ.: laughed

  1. γελώ
  2. laugh at: γελώ με κάποιον, περιγελώ