ἄνθρωπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : άνθρωπος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄνθρωπος ἀνθρώπω ἄνθρωποι
Γενική ἀνθρώπου ἀνθρώποιν ἀνθρώπων
Δοτική ἀνθρώπ ἀνθρώποιν ἀνθρώποις
Αιτιατική ἄνθρωπον ἀνθρώπω ἀνθρώπους
Κλητική ἄνθρωπε ἀνθρώπω ἄνθρωποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄνθρωπος < μυκηναϊκό: 𐀀𐀵𐀫𐀦 (a-to-ro-qo). Πιθανόν από το ἀνήρ (γενική, ἀνδρός) + ωπ- (< ὤψ), δηλαδή αυτός που έχει όψη άνδρα (*ἄνδρωπος > ἄνθρωπος). Αυτή η ετυμολογία δεν γίνεται αποδεκτή από τον Beekes. Υπάρχει επίσης η ρομαντική παρετυμολογία από το ἄνω + θρώσκω + ὄπωπα που όμως πλέον δεν θεωρείται πιθανή.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄνθρωπος αρσενικό (ιωνικός τύπος ὥνθρωπος)

  1. αυτός που ανήκει στην ανθρώπινη φυλή
    ...θεοὶ φύουσιν ἀνθρώποις φρένας / πάντων ὅσ᾽ ἐστὶ κτημάτων ὑπέρτατον... (Σοφοκλής, Αντιγόνη)
  2. (κατ' επέκταση) ο άνδρας
    ...τούτῳ καὶ ἐνταῦθα ἴσως διαφέρω τῶν πολλῶν ἀνθρώπων... (Πλάτωνας, Απολογία Σωκράτους)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]