Μετάβαση στο περιεχόμενο

ridi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ridi < rid- + -i
ρήμα ridi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ridas ridanta ridata
αόριστος ridis ridinta ridita
μέλλοντας ridos ridonta ridota
υποθετική ridus - -
προστακτική ridu - -

ridi (eo)



Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ridi (io)