Μετάβαση στο περιεχόμενο

γηθόσυνος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική γηθόσυνος γηθοσύνη
& γηθόσυνος
τὸ γηθόσυνον
      γενική τοῦ γηθοσύνου τῆς γηθοσύνης
& γηθοσύνου
τοῦ γηθοσύνου
      δοτική τῷ γηθοσύν τῇ γηθοσύν
& γηθοσύν
τῷ γηθοσύν
    αιτιατική τὸν γηθόσυνον τὴν γηθοσύνην
& γηθόσυνον
τὸ γηθόσυνον
     κλητική ! γηθόσυνε γηθοσύνη
& γηθόσυνε
γηθόσυνον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ γηθόσυνοι αἱ γηθόσυναι
& γηθόσυνοι
τὰ γηθόσυν
      γενική τῶν γηθοσύνων τῶν γηθοσύνων
& γηθοσύνων
τῶν γηθοσύνων
      δοτική τοῖς γηθοσύνοις ταῖς γηθοσύναις
& γηθοσύνοις
τοῖς γηθοσύνοις
    αιτιατική τοὺς γηθοσύνους τὰς γηθοσύνᾱς
& γηθοσύνους
τὰ γηθόσυν
     κλητική ! γηθόσυνοι γηθόσυναι
& γηθόσυνοι
γηθόσυν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ γηθοσύνω τὼ γηθοσύν
& γηθοσύνω
τὼ γηθοσύνω
      γεν-δοτ τοῖν γηθοσύνοιν τοῖν γηθοσύναιν
& γηθοσύνοιν
τοῖν γηθοσύνοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ὕπατος' όπως «ὕπατος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γηθόσυνος < γηθέω (αγάλλομαι)  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο

[επεξεργασία]

γηθόσυνος, -η/-ος, -ον