Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλαῦξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γλαῦξ αἱ γλαῦκες
      γενική τῆς γλαυκός τῶν γλαυκῶν
      δοτική τῇ γλαυκῐ́ ταῖς γλαυξῐ́(ν)
    αιτιατική τὴν γλαῦκ τὰς γλαῦκᾰς
     κλητική ! γλαῦξ γλαῦκες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γλαῦκε
γεν-δοτ τοῖν  γλαυκοῖν
3η κλίση, Κατηγορία 'βῶξ' όπως «βῶξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλαῦξ < γλαυκός ή γλαύσσω
γλαῦξ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /glâu̯ːks/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γλαῦξ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γλαῦξ, -κός θηλυκό

  1. (πτηνό) η γλαύκα, η κουκουβάγια
    χρειάζεται παράθεμα
  2. το νόμισμα των 4 ή και των 2 δραχμών
    χρειάζεται παράθεμα
  3. ένα ποώδες φυτό
    χρειάζεται παράθεμα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]