γυμνοσάλιαγκας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πορτοκαλί γυμνοσάλιαγκας

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυμνοσάλιαγκας < γυμνο- + σάλιαγκας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυμνοσάλιαγκας αρσενικό

  1. (ζωολογία) σαλιγκάρι από τα είδη που δεν έχουν κέλυφος


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]