δήμαρχε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

δήμαρχε αρσενικό

  1. δήμαρχος, στην κλητική του ενικού