δήμαρχος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | δήμαρχος | οι | δήμαρχοι |
| γενική | του/της του |
δημάρχου δήμαρχου |
των | δημάρχων & δήμαρχων |
| αιτιατική | τον/τη | δήμαρχο | τους/τις τους |
δημάρχους δήμαρχους |
| κλητική | δήμαρχε | δήμαρχοι | ||
| Ο δεύτερος τύπος της γενικής ενικού και αιτιατικής πληθυντικού, μόνο για το αρσενικό. | ||||
| Κατηγορία όπως «βιομήχανος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δήμαρχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δήμαρχος < δῆμος + ἄρχω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈði.maɾ.xos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δή‐μαρ‐χος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δήμαρχος αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό και δημαρχίνα)
- εκλεγμένος τοπικός άρχοντας, επικεφαλής ενός δήμου
Ο δήμαρχος της πόλης υποσχέθηκε ότι θα λυθεί το πρόβλημα με τις θέσεις στάθμευσης.- ※ 1902 - ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στρίγγλα Μάννα. [διήγημα]
- Ὁ νέος δήμαρχος ἦτον ἄγαμος, καὶ εἶχεν ἀναλάβει ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν πτερύγων του τὴν δασκάλισσαν, ὡς ξένην καὶ ἀπροστάτευτον νέαν, ἥτις ἐκατοικοῦσεν ἀντικρὺ τῆς οἰκίας του ἀπὸ τὸν ἐπάνω δρόμον, παράλληλον τῆς παραθαλασσίας ἀγορᾶς, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔβλεπεν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν ἡ οἰκία τοῦ δημάρχου.
- ※ 2010 - Νόμος 3852/2010, Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης, ΦΕΚ A 87 - 07.06.2010
- (ιστορία)
- (στην αρχαία ΑΘήνα) ο αρχηγός ενός δήμου της αρχαίας Αθήνας
- (στην αρχαία Ρώμη) ένας από τους άρχοντες που εκπροσωπούσαν τους πληβείους
- (στο Βυζάντιο) ο επικεφαλής δήμου της Κωνσταντινούπολης
Εκφράσεις
[επεξεργασία](Χρειάζεται να μεταφρεθούν οι ορισμοί στις σελίδες τους)
- από δήμαρχος κλητήρας: για κάποιον που έχασε το αξίωμά του ή την υψηλή του θέση σε μια ιεραρχία και ξέπεσε
- τα παράπονά σου στο δήμαρχο:
- άλλος είναι ο αρμόδιος για να σου λύσει το πρόβλημα
- (ειρωνικό) δεν ακούει και δεν θα ακούσει κανένας (ούτε εγώ) τα παράπονά σου
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αντιδήμαρχος
- βλαχοδημαρχίνα
- βλαχοδήμαρχος
- δημαρχείο
- δημαρχεύω
- δημαρχεύων, δημαρχεύουσα, δημαρχεύον
- δημαρχία
- δημαρχιακός
- δημαρχικός
- δημαρχιλίκι
- δημαρχίνα
- υπερδήμαρχος
- Όροι με -δημαρχ- — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
δήμαρχος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εκλεγμένος άρχοντας, επικεφαλής ενός δήμου
|
Πηγές
[επεξεργασία]- δήμαρχος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- δήμαρχος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- δήμαρχος - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | δήμαρχος | οἱ | δήμαρχοι |
| γενική | τοῦ | δημάρχου | τῶν | δημάρχων |
| δοτική | τῷ | δημάρχῳ | τοῖς | δημάρχοις |
| αιτιατική | τὸν | δήμαρχον | τοὺς | δημάρχους |
| κλητική ὦ! | δήμαρχε | δήμαρχοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δημάρχω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | δημάρχοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δήμαρχος, -ου αρσενικό
- (στην Αθήνα) ο ετήσια εκλεγμένος άρχοντας καθενός από τους δήμους
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Δημοσθένης, Πρὸς Μακάρτατον περὶ Ἁγνίου κλήρου, 57 @scaife.perseus
- τοὺς δʼ ἀπογιγνομένους ἐν τοῖς δήμοις, οὓς ἂν μηδεὶς ἀναιρῆται, ἐπαγγελλέτω ὁ δήμαρχος τοῖς προσήκουσιν ἀναιρεῖν καὶ θάπτειν καὶ καθαίρειν τὸν δῆμον, τῇ ἡμέρᾳ ᾗ ἂν ἀπογένηται ἕκαστος αὐτῶν.
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ψευδο-Δημοσθένης, Πρὸς Πολυκλέα περὶ τοῦ ἐπιτριηραρχήματος, 6 @scaife.perseus
- ἐψηφίσασθε τάς τε ναῦς καθέλκειν τοὺς τριηράρχους καὶ παρακομίζειν ἐπὶ τὸ χῶμα, καὶ τοὺς βουλευτὰς καὶ τοὺς δημάρχους καταλόγους ποιεῖσθαι τῶν δημοτῶν καὶ ἀποφέρειν ναύτας, καὶ διὰ τάχους τὸν ἀπόστολον ποιεῖσθαι καὶ βοηθεῖν ἑκασταχοῖ.
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Δημοσθένης, Πρὸς Μακάρτατον περὶ Ἁγνίου κλήρου, 57 @scaife.perseus
- (στη Νεάπολη) ένας από τους άρχοντες της πόλης
- (στις λοιπές πόλεις) ο εκλεγμένος άρχοντας του δήμου ή και ο αρχιδικαστής
- (στην Αίγυπτο) αρχηγός ή κυβερνήτης μιας περιφέρειας
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 6.2
- δεῖ τὸν μὲν δήμαρχον ἕκαστον ἐκ τῆς ἑωυτοῦ πόλιος συλλέξαντα πάντα τὸν κέραμον ἄγειν ἐς Μέμφιν, τοὺς δὲ ἐκ Μέμφιος ἐς ταῦτα δὴ τὰ ἄνυδρα τῆς Συρίης κομίζειν πλήσαντας ὕδατος.
- Ο κάθε δήμαρχος οφείλει να μαζέψει όλα τα πήλινα δοχεία από την πόλη του και να τα πάει στη Μέμφιδα, όπου στη Μέμφιδα τα γεμίζουν νερό και τα κουβαλούν σ᾽ αυτή την άνυδρη περιοχή της Συρίας.
- Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- δεῖ τὸν μὲν δήμαρχον ἕκαστον ἐκ τῆς ἑωυτοῦ πόλιος συλλέξαντα πάντα τὸν κέραμον ἄγειν ἐς Μέμφιν, τοὺς δὲ ἐκ Μέμφιος ἐς ταῦτα δὴ τὰ ἄνυδρα τῆς Συρίης κομίζειν πλήσαντας ὕδατος.
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 6.2
- (στη Ρώμη) αξιωματούχος των πληβείων (λατινικά: tribunus plebis)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- δήμαρχος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δήμαρχος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βιομήχανος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα από νόμους (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα δήμ- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -αρχος (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Δημοσθένη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)