Μετάβαση στο περιεχόμενο

δισκοβόλε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

δισκοβόλε αρσενικό ή θηλυκό