εβαπορέ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εβαπορέ < γαλλική évaporé (εξατμισμένος)[1]
Επίθετο
[επεξεργασία]εβαπορέ άκλιτο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ εβαπορέ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας