Μετάβαση στο περιεχόμενο

ενδυματολόγου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ενδυματολόγου αρσενικό ή θηλυκό