ενόσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενόσω < μεσαιωνική ελληνική ἐνόσῳ < αρχαία ελληνική ἐν ὅσῳ

Open book 01.svg Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ενόσω

  1. κατά τη διάρκεια, καθώς, για όση ώρα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]