Μετάβαση στο περιεχόμενο

εξτρέ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εξτρέ < απροσάρμοστο (λόγιο δάνειο) γαλλική extrait

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εξτρέ ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • εξτρέ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)