επανεισάγω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]επανεισάγω (παθητική φωνή: επανεισάγομαι)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] επανεισάγω
|
|
επανεισάγω (παθητική φωνή: επανεισάγομαι)
|
|