εργοστασίων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

εργοστασίων ουδέτερο

  1. εργοστάσιο, στη γενική του πληθυντικού