ετών
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]ετών
- γενική πληθυντικού του έτος
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- χρησιμοποιείται για την ηλικία όπως και το χρονών
- πόσων ετών είστε; Είμαι πενηντατριών ετών