Μετάβαση στο περιεχόμενο

εὐθυμογραφικῶς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εὐθυμογραφικῶς < εὐθυμογραφικ(ός) + -ῶς

Επίρρημα

[επεξεργασία]

εὐθυμογραφικῶς