ζέρσεϊ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζέρσεϊ < (οπτικό δάνειο) αγγλική jersey < τοπωνύμιο Jersey (Τζέρσεϊ)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈzeɾ.sei̯/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ζέρ‐σεϊ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ζέρσεϊ ουδέτερο άκλιτο
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]- ζέρσεϋ (παλιότερη γραφή)
Επίθετο
[επεξεργασία]ζέρσεϊ άκλιτο
- που είναι φτιαγμένο από #ύφασμα ζέρσεϊ
Αγόρασα ένα φόρεμα ζέρσεϊ.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ζέρσεϊ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ζέρσεϊ - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Οπτικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις από τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Υφάσματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)