Μετάβαση στο περιεχόμενο

ζέρσεϊ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζέρσεϊ < (οπτικό δάνειο) αγγλική jersey < τοπωνύμιο Jersey (Τζέρσεϊ)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈzeɾ.sei̯/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ζέρσεϊ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζέρσεϊ ουδέτερο άκλιτο

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

ζέρσεϊ άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]