ζαρκαδιού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

ζαρκαδιού ουδέτερο

  1. ζαρκάδι, στη γενική του ενικού