ζῳογενής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζῳογενής < ζῷον και γίγνομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζῳογενής, ής, ές

  1. που γεννήθηκε από ζώο, ζωώδης
  2. που είναι έμψυχος, θνητός, σε αντιδιαστολή προς το άψυχο αλλά και το αιώνιο



{{κλείδα-ελλ}