θαλαμίσκε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

θαλαμίσκε αρσενικό

  1. θαλαμίσκος, στην κλητική του ενικού