θαλαμίσκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θαλαμίσκος θαλαμίσκοι
γενική θαλαμίσκου θαλαμίσκων
αιτιατική θαλαμίσκο θαλαμίσκους
κλητική θαλαμίσκε θαλαμίσκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαλαμίσκος < υποκοριστικό του θάλαμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θαλαμίσκος αρσενικό

  • μικρών διαστάσεων θάλαμος εξερευνητικού σκάφους (π.χ. διαστημοπλοίου)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]