Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάντζι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάντζι < (λόγιο δάνειο) ιαπωνική 漢字 (kanji, κινεζικός χαρακτήρας)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈka(n).d͡zi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κάντζι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάντζι ουδέτερο άκλιτο

  1. (γραφές) σύστημα γραφής της ιαπωνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται για ιαπωνικές λέξεις με κινεζικούς χαρακτήρες
  2. σύμβολο αυτού του συστήματος
    παράδειγμα Το κάντζι για το «δέντρο» έχει το σχήμα ενός πεύκου.

Επίθετο

[επεξεργασία]

κάντζι άκλιτο

  • σχετιζόμενος με ή αναφερόμενος στα κάντζι
    παράδειγμα Οι χαρακτήρες κάντζι προκαλούν αρκετή δυσκολία για τους μαθητές της ιαπωνικής.

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]